Συγγραφέας: Πρασσάς Γιώργος
Εκδότης: Στοχαστής
Σειρά: Σύγχρονοι Έλληνες Συγγραφείς
Κωδικός προϊόντος: B92542
«Σταμάτησα σε ένα περίπτερο, το πιο φορτωμένο και εντυπωσιακό, καθώς κατέβαινα προς τη θάλασσα, την μεγάλη δεξαμενή, την παλιά μου φίλη, ίσως τη μόνη. Πήρα τσιγάρα και εφημερίδα, αθλητική, ύστερα κάθισα σε ένα ήσυχο μέρος, λίγο απόμερο, μου την έσπαγαν οι τουρίστες, που παρά την ταξιδιωτική οδηγία, άρχισαν και πάλι όπως κάθε καλοκαίρι εδώ και χρόνια, να κατακλύζουν το όμορφο μου νησί. Είχα ήδη φτάσει τους τέσσερεις καφέδες, τα νεύρα μου ήτανε τεντωμένα. Παρήγγειλα ακόμα έναν και άραξα μπροστά στο κύμα, ενώ από τα μέσα ακουγόταν σιγανά μια μελωδία, μπουζούκια, μάλλον και μια γυναικεία φωνή, έτσι που ούρλιαζε έδενε ωραία με τον ήχο του νερού που έσπαγε στις μεσαιωνικές πέτρες. Έκανα τσιγάρο, η τραγουδίστρια περνούσε μέσα στο μυαλό μου, μου το τρυπούσε. Θυμήθηκα την πρώτη φορά που κοιμηθήκαμε με την Ελένη. Με είχε φτάσει στο αμήν, με έπαιζε για μήνες και πάνω που ήμουνα έτοιμος να τα παρατήσω, έγινε ξαφνικά, χωρίς να το περιμένω. Ήταν άλλο ένα βράδυ με βίντεο και φιλοσοφικές συζητήσεις ξαπλωμένοι στον πακιστανικό τάπητα, είχα εξαντλήσει το ρεπερτόριο μου, άρχισα να κατασκευάζω φανταστικές θεωρίες, βαριόμουνα. Όταν κατάλαβε ότι με έχανε, τότε, από μόνη της, έπεσε διψασμένη πάνω μου και κάναμε έρωτα καννιβαλικό, όπως και με την Μαργαρίτα, κάτι τέτοιο...»Η ιστορία μιας νεανικής παρέας φοιτητών στο Λονδίνο, τα οράματά τους, οι εμπνεύσεις τους και οι έρωτές τους, έτσι όπως φάνηκαν και χάθηκαν μέσα στο χρόνο, αφήνοντας μια γεύση γλυκόπικρη. Πίσω στην Ελλάδα πάλι, όλοι προσποιούνται ότι ασχολούνται πια με σοβαρά θέματα, τόσο σοβαρά ώστε να καταντούν αστεία. Ο ήρωάς μας χάνεται κι αυτός στα μετερίζια της τύχης που τον κατατρέχει αδυσώπητα, σιγοψιθυρίζοντας τους γνώριμους και αγαπητούς στίχους του τραγουδιού «Η αγάπη όλα τα μπορεί».
Συγγραφέας: Πρασσάς Γιώργος
Εκδότης: Στοχαστής
Σειρά: Σύγχρονοι Έλληνες Συγγραφείς
Κωδικός προϊόντος: B68703
«Πέρασαν την πύλη τον κάστρου και επανήλθαν στην πεζή πραγματικότητα του τώρα, κατηφόρισαν τον δρόμο με μικρή προσεχτική ταχύτητα, έτσι για να κρατήσουν κάτι από τις αναμνήσεις αυτής της μέρας και να μη χαθούν όλα στην πολύστροφη ανακύκλωση του 4 επί 4. Σαν έφτασαν στον Κυριάκο, έτρεξαν τα σκαλιά πετώντας, ήταν νέοι και βιάζονταν να κάνουν έρωτα. Πέσανε σαν ένα σώμα, ενωμένο, αδιαίρετο, στο ταλαίπωρο στρώμα του ξενοδοχείου και το καταξέσχισαν πάνω κάτω, ανακαλύπτοντας όλες τις ανατομικές του ιδιότητες, στο τέλος αποκαμωμένοι, έπεσαν και οι δύο στις γωνιές τους, αυτός άναψε τσιγάρο, το πιο συνηθισμένο πράγμα που μπορούσε να σκεφτεί εκείνη τη στιγμή, αυτή άρπαξε το βιβλίο στα δυο της χέρια, το βιβλίο για την ιστορία και τους θρύλους του τόπου».
«Ο Μαχμούτ, στην ίδια πάντα θέση έπαιζε με τον αυλό του και σκεφτόταν την αγαπημένη του Θεοδοσία... Θυμήθηκε το παραμύθι που τους έλεγε ο Αμπντούλ, ο μάγειρας που είχανε στο πλοίο για να μην φοβούνται στις τρικυμίες, για ένα βασιλιά Βεδουίνο που αγάπησε μια λευκή κοπέλα που την πήρε για σκλάβα του, λευκή, κατάλευκη με ξανθά μαλλιά, όπως και η Θεοδοσία, την πήρε μαζί του στην όαση, την έκανε βασίλισσα του και αρχόντισσα σ’ όλες τις φυλές που εξουσίαζε, όμως αυτή του μαράζωσε από τον καυτό ήλιο και ύστερα από λίγο πέθανε, μόνο το πνεύμα της έμεινε να του κρατάει συντροφιά τις νύχτες της ερήμου».
Τζιμ και Θεοδοσία, Μαχμούτ και πριγκίπισσα Θεοδοσία. Παρόν και πραγματικό-τητα· παρελθόν και θρύλος. Δυο παράλληλες ιστορίες που τις σκιάζει ο βράχος του κάστρου της Μονεμβασιάς, βαρύς από τις μνήμες. Άνθρωποι κοινοί, βασιλιάδες και πειρατές, αξεδιάλυτα ενωμένοι στα νήματα του έρωτα, θύματα, μα και μικροί θεοί στη δίνη της αγάπης.
«Ο Μαχμούτ, στην ίδια πάντα θέση έπαιζε με τον αυλό του και σκεφτόταν την αγαπημένη του Θεοδοσία... Θυμήθηκε το παραμύθι που τους έλεγε ο Αμπντούλ, ο μάγειρας που είχανε στο πλοίο για να μην φοβούνται στις τρικυμίες, για ένα βασιλιά Βεδουίνο που αγάπησε μια λευκή κοπέλα που την πήρε για σκλάβα του, λευκή, κατάλευκη με ξανθά μαλλιά, όπως και η Θεοδοσία, την πήρε μαζί του στην όαση, την έκανε βασίλισσα του και αρχόντισσα σ’ όλες τις φυλές που εξουσίαζε, όμως αυτή του μαράζωσε από τον καυτό ήλιο και ύστερα από λίγο πέθανε, μόνο το πνεύμα της έμεινε να του κρατάει συντροφιά τις νύχτες της ερήμου».
Τζιμ και Θεοδοσία, Μαχμούτ και πριγκίπισσα Θεοδοσία. Παρόν και πραγματικό-τητα· παρελθόν και θρύλος. Δυο παράλληλες ιστορίες που τις σκιάζει ο βράχος του κάστρου της Μονεμβασιάς, βαρύς από τις μνήμες. Άνθρωποι κοινοί, βασιλιάδες και πειρατές, αξεδιάλυτα ενωμένοι στα νήματα του έρωτα, θύματα, μα και μικροί θεοί στη δίνη της αγάπης.
Συγγραφέας: Πρασσάς Γιώργος
Εκδότης: Νεφέλη
Σειρά: Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία
Κωδικός προϊόντος: B156784 Είναι πολύ δύσκολο να αναπαραστήσεις μια μάχη, ακόμα και αν πολέμησες γνήσια και συνειδητά. Κυρίως να περιγράψεις την ψυχολογία των πολεμιστών, το τι σκέφτονταν τούτη ή την άλλη ώρα, λίγο πριν σκοτώσουν, λίγο πριν σκοτωθούν. Πρόκειται για μια γιορτή, ένα παιχνίδι θανάτου που, ώσπου να φας το πρώτο βόλι, δεν καταλαβαίνεις τη σοβαρότητά του. Μετά είναι οι φωνές που σε ενθαρρύνουν και σε προτρέπουν να μη φοβάσαι το φόβο. Η μυρωδιά του ιδρώτα ανακατεμένη με το αίμα και το μπαρούτι· η συντροφικότητα που αναπτύσσεται στον κίνδυνο της μάχης· η έγνοια για τον άλλο, μην πάθει κανένα κακό· ύστερα η νίκη και η ήττα, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Θα φύγεις κυνηγημένος, με την ουρά στα σκέλια, ή περήφανα όπως πρέπει στους πολεμιστές τους αντρειωμένους. Καμιά φορά δεν πειράζει να τα παρατήσεις, αν ξέρεις ότι ταπείνωσες τον οχτρό μέσα από την ήττα σου. Δηλαδή, η νίκη και η ήττα είναι πολύ δυσδιάκριτες έννοιες· πού σταματά η μία και πού αρχίζει η άλλη είναι δύσκολο να οριστεί, γι' αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί, χωρίς δισταγμό, νικητής αυτός με τους λιγότερους συμβιβασμούς, ο ανυπότακτος.
Ένας παλιός αντάρτης, αποδιωγμένος στο παρελθόν από την Ελλάδα, επιστρέφει στην πατρίδα, τη μόνη που κράτησε στην καρδιά του. Ενώ ταξιδεύει, γεμάτος όνειρα, μυρωδιές οικείες και θύμισες του μπουκώνουν το μυαλό και τη σκέψη. Η προσγείωση, η οποία δεν αργεί να έρθει, είναι απότομη, μες στην παρακμή της σύγχρονης κοινωνίας. Ξεφτισμένα ξενοδοχεία και σκουριασμένοι άνθρωποι τον ωθούν να ανακτήσει τις δυνάμεις του σε μια προσπάθεια επιβίωσης, ζώντας μέσα στην πλάνη ότι τάχα παραμένει νέος. Υπερεκτιμώντας τις δυνατότητές του, αποζητά ένα έπαθλο για να επιβεβαιώσει τον θρίαμβο πάνω στη νεκρή φύση, την άπληστη κοινωνία. Η παλιά εικόνα κι ένας γεροντοέρωτας του προσφέρουν απρόσμενα όλα τα αναγκαία άλλοθι. Η χαρά του θα κρατήσει και πάλι λίγο, καθώς νέοι μηχανισμοί και παλιά φαντάσματα, με καινούριες στολές, τον καταδιώκουν κατά πόδας. Ο περιπλανημένος γέροντας, με τη βοήθεια της αρρωστημένης πια φαντασίας, ξαναβρίσκει τους παλιούς του συντρόφους και μεθά με τους ήχους της νίκης, που, αλίμονο, ποτέ δεν ήρθε. Εκεί που όλα φαίνονται να έχουν χαθεί, βρίσκει στερνό αποκούμπι στη φιλία ενός απρόσμενου ήρωα. Κι αν η υπόθεση χάθηκε, μένει τούτη η ομορφιά να τη φωτίζει.
Ένας παλιός αντάρτης, αποδιωγμένος στο παρελθόν από την Ελλάδα, επιστρέφει στην πατρίδα, τη μόνη που κράτησε στην καρδιά του. Ενώ ταξιδεύει, γεμάτος όνειρα, μυρωδιές οικείες και θύμισες του μπουκώνουν το μυαλό και τη σκέψη. Η προσγείωση, η οποία δεν αργεί να έρθει, είναι απότομη, μες στην παρακμή της σύγχρονης κοινωνίας. Ξεφτισμένα ξενοδοχεία και σκουριασμένοι άνθρωποι τον ωθούν να ανακτήσει τις δυνάμεις του σε μια προσπάθεια επιβίωσης, ζώντας μέσα στην πλάνη ότι τάχα παραμένει νέος. Υπερεκτιμώντας τις δυνατότητές του, αποζητά ένα έπαθλο για να επιβεβαιώσει τον θρίαμβο πάνω στη νεκρή φύση, την άπληστη κοινωνία. Η παλιά εικόνα κι ένας γεροντοέρωτας του προσφέρουν απρόσμενα όλα τα αναγκαία άλλοθι. Η χαρά του θα κρατήσει και πάλι λίγο, καθώς νέοι μηχανισμοί και παλιά φαντάσματα, με καινούριες στολές, τον καταδιώκουν κατά πόδας. Ο περιπλανημένος γέροντας, με τη βοήθεια της αρρωστημένης πια φαντασίας, ξαναβρίσκει τους παλιούς του συντρόφους και μεθά με τους ήχους της νίκης, που, αλίμονο, ποτέ δεν ήρθε. Εκεί που όλα φαίνονται να έχουν χαθεί, βρίσκει στερνό αποκούμπι στη φιλία ενός απρόσμενου ήρωα. Κι αν η υπόθεση χάθηκε, μένει τούτη η ομορφιά να τη φωτίζει.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου